Σωκράτης ο Γιόγκι

Ο ΞΥΠΟΛΥΤΟΣ ΑΘΗΝΑΙΟΣ

(ΕΝΑΣ ΜΕΓΑΛΟΣ ΓΙΟΓΚΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΚΑΤΕΒΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΘΙΒΕΤ)

Η εικόνα που έχει φτάσει σε εμάς για τον ξυπόλητο Αθηναίο φιλόσοφο, το Σωκράτη, είναι πολύ φορτισμένη και πολύ σπαστή μαζί, και καθώς από την ποιότητα και την έκταση της θα παραμένει όση προσπάθεια και αν καταβάλουμε, αδιαχώρητη στα Προκρούστεια μέτρα μας, ποτέ δεν θα αποκτήσουμε την ακριβή της αποτύπωση.

Η ζωή του ξεπερνάει τις ιστορικές μας συντεταγμένες, τα λογισμικά ισοδύναμα της τρέχουσας εποχής και τις νοηματικές μας κατασκευές. Γιατί το αρχέτυπο του βρίσκεται πολύ πάνω και από εκείνο των ημίθεων. Η συνείδηση του απέκτησε τις ιδιότητες εκείνες που αυθεντικά του έδωσαν το δικαίωμα να καθίσει ανάμεσα πια στους θεούς , ισότιμα. Και ο μέσος άνθρωπος από το φόβο της ελαφρότητας του αποστρέφει το πρόσωπο του από αυτόν, τον μυθοποιεί και τον απομυθοποιεί συνεχώς σκόπιμα και συνειδητά. Γιατί δεν τον αντέχει.

Μόνο ένας αφόρητος αλαζόνας θα τολμούσε να μιλήσει άμεσα και κατά πρόσωπο με αυτόν και εκείνος ήταν ο Αλκιβιάδης, αυτό το εξαίρετο πνεύμα απώλειας που αναλώθηκε μέσα στο τραγικό του μεγαλείο . Όλοι οι άλλοι, ακόμα και ο αγαπημένος του μαθητής , ο Πλάτωνας, δεν τόλμησε να τον παρουσιάσει ολόκληρο, όπως ακριβώς υπήρξε. Ήταν τόσο δυνατός όσο και ο ήλιος. Καλύτερα!

Και οι πολέμιοι του πια μετά από δυόμισι σχεδόν χιλιάδες χρόνια, εξαντλήθηκαν. Όχι μόνο φυσικά από τις ένοχές τους γιατί τον πότισαν το κώνειο. Αλλά γιατί του καθήλωσε, τους κούρασε η αντοχή του στο χρόνο.

Οι σχολαστικοί όμως, αυτό το νόθο και ανεξάντλητο είδος της περίφοβης ύπαρξης, δυστυχώς ακόμα παράγει λογικοφάνεια. Και αυτοί είναι που συντηρούν συνωμοτικά και χαμηλόφωνα μια απλοποιημένη εικόνα ανδρός. Στηρίζονται τάχα στο γεγονός ότι ο πρώτος αυτός φιλόσοφος δεν άφησε κάποιο σύγγραμμα για να γνωρίζουμε από πρώτο χέρι τις φιλοσοφικές του θέσεις.. Καθώς δεν τους συμφέρει να ξέρουν ότι οι συνειρμικές κατασκευές του κατώτερου νοητικού, δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με την υπερβατική σοφία. Και επιμένουν να αγνοούν ότι η πληκτική πληροφόρηση δεν είναι γνώση.

Και η ανάγνωση βιβλίων δεν ταυτίζεται βέβαια με την καθημερινή, τη συναπτή και προσωπική άσκηση αυτογνωσίας.

Και χρησιμοποιούν αυθεντικά και την επιγραμματική δήλωση του περιπατητικού αυτού Αθηναίου , ότι «ένα ξέρω, ότι δεν ξέρω τίποτα» και καταλήγουν με λογική αυθεντία πια στο συμπέρασμα ότι «τίποτα το συστηματικό και τυποποιημένο δε δίδασκε. Ήταν απλά ένας δαιμόνιος άνθρωπος ο οποίος ήξερε να αλιεύει ανθρώπους».

Και αγνοούν όχι μόνο την πνευματική κληρονομιά που μας άφησε αυτό το ανάστημα κυρίως μέσα από τα παραδείγματα της ζωής του, άλλα δεν αντέχουν να επικεντρωθούν ούτε σε εκείνα των έξοχων μαθητών του, του Πλάτωνα, του Δημοφώντα, του Ξενοφώντα και εν μέρει του Αριστοτέλη.

Η παραπάνω κατηγορηματική του δήλωση όμως, ότι δεν ξέρει τίποτα, όφειλαν να αναγνωρίσουν τουλάχιστον ότι είναι υπαρξιακή. Γιατί το να τολμήσουμε σε όποια εποχή να δηλώσουμε ότι δεν ξέρουμε τίποτα, είναι φυσικά η μέγιστη σοφία. Καθώς βρίσκεται σε απόλυτη αντίθεση προς κάθε δογματισμό και παγιωμένη τάχα αντίληψη, την απολιθωμένη συνήθως –και τόσο επικίνδυνη – θεώρηση του κόσμου. Όπου κυρίαρχο πλέον όργανο υπέρβασης της βαθιάς μας άγνοιας , αναδεικνύεται η πηγαία, η ειλικρινής και μόνο ερώτηση . Που προκαλεί και δυναμιτίζει την πιο μικρή αλλά και την πιο μεγάλη απορία. Χωρίς να υπάρχει ρητά η ανάγκη της όποιας απάντησης . Τείνοντας να αναδείξει την δυναμική της ρέουσας και άμεσης συνθήκης. Έτσι που να προβάλλει την υποκρυπτόμενη και μόνο αλήθεια της τρέχουσας στιγμής . Σε ένα σύμπαν φαντασμαγορικό και χαοτικό όπου τα πάντα μεταβάλλονται.

Αυτοί οι επικίνδυνα συμβατικοί βέβαια λόγιοι, εξακολουθούν και σήμερα να προσεγγίζουν τον Αθηναίο Γιόγκι με κριτήρια κοινά και εγκόσμια. Αν χρημάτισε δούλος, αν ήταν άσχημος στην όψη και κοντός, αν η Ξανθίππη είχε βίαιο χαρακτήρα και πόσο την υπέμενε. Αν παρέσυρε πράγματι τους νέους και αν υπήρξε εραστής του  Αλκιβιάδη, παρά την κατηγορηματική και ντροπιασμένη άρνηση του τελευταίου ( Συμπ.217 επ.). Περιορίζονται στο πόσο καλός λιθοξόος πρέπει να ήταν και αν οι τρείς ντυμένες Χάριτες που κοσμούσαν τα Προπύλαια , βγήκαν από την  επιδέξια σμίλη του. Και αντί να ψάξουν και να βρουν τι έκανε και τι είπε, χρεώνουν ότι κάνει εντύπωση στο πολύ κόσμο , χρεώνουν απλά στο θαυμασμό του Πλάτωνα. Και πάνε μετά ήσυχοι να κοιμηθούν.

Και ξεχνούν ότι αυτοί οι ανατόμοι και αναλυτές της ιστορίας των άλλων , το βάθος και την ουσία στο Δελφικού ρητού που είχε υιοθετήσει ο ίδιος ο ερημίτης. Το «γνώθι σαυτόν», ρητό που αποτελούσε και αποτελεί την πεμπτουσία του όλου εσωτερισμού και της ειλικρινούς πορείας προς την αυτογνωσία, που μόνο αυτό μπορεί να οδηγήσει τελικά στην αποκάλυψη και τη φώτιση και την ελευθερία.

Πώς να καταλάβουν λοιπόν και πώς να καταλάβουμε και εμείς έναν άνθρωπο της όποιας εποχής, που ήταν μη δογματικός και αναζητούσε μέσα του, στο πνεύμα του δηλαδή και μόνο , στο «δαιμόνιο» του τη θεία του φύση, την αλήθεια;

Μα αυτές λοιπόν τις διαπορίες αλλά και τον ανύπαρκτο θαυμασμό, θα επιχειρήσουμε να μεταφέρουμε και εμείς, όπως λέει και ο Αλκιβιάδης στη συνέχεια, τρεις σπαστές εικόνες από τη ζωή του. Για χάρη δική μας φυσικά.

Για να συνειδητοποιήσουμε ίσως, ότι αν κατακτήσει κανείς μια διαύγεια πνεύματος , συνακόλουθα επιτυγχάνει μια ισορροπία συναισθημάτων και λόγου και το φυσικό του σώμα αποκτά τελικά υγεία και ρώμη. Ικανά όλα αυτά να τον οδηγήσουν , οικογενειάρχη , διδάσκαλο και πολυάσχολο πολίτη και άνθρωπο , να αντιμετωπίσει και να δεχτεί τη μέγιστη δοκιμασία αυτού του επιπέδου , την άδικη καταδίκη σε θάνατο και να βαδίσει προς την εκτέλεση με ηρεμία και αξιοπρέπεια .

Για να μην ξεσπάμε έτσι σε παράπονα, όταν τύχει και δεν προλάβουμε το πλοίο της γραμμής.

26524203_3a779493fd_b

ΔΥΟ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ

(Τα επόμενα αποσπάσματα είναι από το περίφημο Συμπόσιο του Πλάτωνα).

Η ΠΡΩΤΗ ΕΙΚΟΝΑ ΔΙΑΛΟΓΙΖΟΜΕΝΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ ΑΠΟ ΕΝΑ ΣΕΜΝΟ ΜΑΘΗΤΗ ΤΟΥ

(Συμπόσιο, στ.147 επ.)

ΑΠΟΛΛΟΔΩΡΟΣ: Έτυχε που λέτε να συναντήσει (ο Αριστόδημος) το Σωκράτη στο δρόμο. Ήταν φρεσκολουσμένος και φορούσε σανδάλια, πράγμα σπάνιο για αυτόν. Και όταν τον ρώτησα πως έτσι και σήμερα είναι τόσο προσεγμένος στην εμφάνιση, του απάντησε: Πηγαίνω για δείπνο στο σπίτι του Αγάθωνα, μια που χτες καθώς γιόρταζε τα επινίκια του, το έσκασα επειδή είχα ενοχληθεί από τον πολύ κόσμο που είχε μαζευτεί εκεί. Του υποσχέθηκα όμως ότι θα πάω σήμερα. Γι αυτό και καλλωπίστηκα, για να πάω ένας καθώς πρέπει άνθρωπος σε έναν καθώς πρέπει (ίνα καλός παρά καλώ ίω). Αλλά μια και έτυχε, εσύ τι λες, θα ήθελες να με συνοδεύσεις και να έρθεις απρόσκλητος σε αυτό το δείπνο; Και εγώ απάντησα: Ό,τι εσύ αποφασίσεις Σωκράτη. Ακολούθησε με λοιπόν, είπε εκείνος για να χαλάσουμε και την γνωστή παροιμία… Και οι δύο μας, καθώς θα πηγαίνουμε, θα σκεφτούμε κάποια δικαιολογία για το απρόσκλητο του πράγματος. Πάμε λοιπόν . Κάτι τέτοιο πάνω κάτω είπε και ξεκίνησαν να πάνε.

Ο Σωκράτης όμως κάποια στιγμή, έχοντας στρέψει το νου του προς τα μέσα (εαυτώ πως προσέχοντα τον νουν ) έμεινε πίσω… Γυρίζω και δεν βλέπω πουθενά το Σωκράτη να με ακολουθεί (λέει ο Αριστόδημος)…Όταν όμως έφθασε στο σπίτι του Αγάθωνα βρήκε ανοιχτή την πόρτα… Και ο Αγάθωνας του είπε: Πως και δεν μας φέρνεις τον Σωκράτη; …Ερχόταν πίσω μου αλλά και εγώ απορώ που δεν είναι τώρα κοντά μου.

Δεν κοιτάζεις παιδί, είπε σε έναν υπηρέτη ο Αγάθωνας , να μας φέρεις το Σωκράτη; … Αλλά ένας άλλος υπηρέτης πρόλαβε και τους εξήγησε: αυτός ο Σωκράτης σας, πισωγύρισε και στάθηκε στην εξώπορτα (προθύρω)κάποιον γειτονικών σπιτιών καιενώ του φώναξα να έρθει προς τα εδώ , ήταν σα να μη με άκουγε (κα’ μου καλούντος ουκ εθέλει εισιέναι)

Περίεργα πράγματα λες, είπε ο Αγάθωνας . Να τον φωνάξεις και να επιμείνεις .

Αλλά ο Αριστόδημος (που τον ήξερε προφανώς καλλίτερα το Σωκράτη) τον διέκοψε. Μην το κάνετε αυτό ,είπε. Αφήστε τον στην ησυχία του. ‘Έχει αυτή τη συνήθεια . Κάποιες φορές απομακρύνεται από τους άλλους και στέκεται όπου τύχει ακίνητος . Θα έλθει σε λίγο, το ξέρω. Μην τον ενοχλείτε λοιπόν αλλά αφήστε τον…

Ήρθε στο τέλος και ο Σωκράτης… και τότε ο Αγάθωνας είπε:

Έλα Σωκράτη και ξάπλωσε κοντά μου για να μπορέσω και εγώ να απολαύσω μέσα από την άμεση επικοινωνία, τις σοφές εκείνες σκέψεις που σου ήρθαν καθώς στεκόσουν εκεί, στο παράθυρο των γειτόνων. Γιατί είναι φανερό από το ύφος σου ότι το βρήκες αυτό που αναζητούσες και το κατέχεις πια… Αλλιώς είμαι βέβαιος δεν επρόκειτο να μετακινηθείς από εκεί.

ΕΙΚΟΝΑ ΔΕΥΤΕΡΗ

Ο ΚΟΜΙΣΑΡΙΟΣ ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ ΜΙΛΑΕΙ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΓΙΟΓΚΙ, ΤΟ ΣΩΚΡΑΤΗ.

ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ: Και εγώ στην πραγματικότητα (μια και μιλάμε σε αυτό το Συμπόσιο απόψε για τον έρωτα) θα κάνω τώρα τον έπαινο του Σωκράτη φίλοι μου, μεταφέροντας απλά εδώ σπαστές εικόνες από τη ζωή του. Και σας εξομολογούμαι ότι είναι ο μόνος άνθρωπος που μπροστά του παθαίνω ένα παράξενο πράγμα, Γιατί κανένας φυσικά δεν μπορεί να φανταστεί ότι υπάρχει μέσα μου ντροπή. Το ξέρετε όλοι ότι πραγματικά δεν υπολογίζω κανένα σε αυτό τον κόσμο. Ε! Λοιπόν αυτόν εδώ τον ντρέπομαι ! Και είναι ο μόνος. Τόσο που μερικές φορές θα με βόλευε αν δεν υπήρχε ανάμεσα μας ζωντανός ο Σωκράτης, για να μη αισθάνομαι αυτή την καταισχύνη.

Αλλά ακούστε από μένα και ορισμένα περιστατικά για μα καταλάβετε πόση δύναμη έχει αυτός ο άνθρωπος:

Κατά την εκστρατεία της Ποτίδαιας, βρεθήκαμε μαζί με το Σωκράτη και ανήκαμε στην ίδια ομάδα αναφορικά με το συσσίτιο. Ε λοιπόν. Στη φυσική αντοχή και στις κακουχίες εκεί, έδειχνε την μεγαλύτερη αντοχή. Και όχι μόνο εμένα ξεπερνούσε, αλλά και όλους φυσικά τους άλλους . Όσες φορές έτσι αποκλειστήκαμε και αναγκαζόμαστε να μένουμε νηστικοί, όπως συμβαίνει στις εκστρατείες, όλοι μας δείχναμε μικρότερη αντοχή από αυτόν στην πείνα. Αλλά και στα πλούσια δείπνα, μόνο αυτός είχε τη δύναμη να τα καταναλώνει όλα και άλλα τόσα. Και στο ποτό, παρ΄ όλο που κανονικά το αποφεύγει, όσες φορές όμως το έφερνε η περίπτωση να πιεί, τους ξεπερνούσε όλους στην αντοχή. Και το πιο αξιοθαύμαστο είναι ότι το Σωκράτη μεθυσμένο δεν τον είδε ποτέ κανένας άνθρωπος. Πράγμα το οποίο μου φαίνεται ότι και απόψε θα σας δοθεί η ευκαιρία να το διαπιστώσετε σε αυτό το συμπόσιο.

Όσον αφορά την αντοχή του στο κρύο και τη βαρυχειμωνιά,-γιατί εκεί οι χειμώνες είναι φοβεροί- τα έβγαζε θαυμάσια πέρα και με το χειρότερο καιρό. Και μάλιστα μια φορά που είχαμε τη μεγαλύτερη παγωνιά – χειρότερη δεν μπορούσε να γίνει-κι’ εμείς οι άλλοι ή δεν ξεμυτίζαμε από τις σκηνές μας ή όταν αναγκαζόμαστε να βγούμε έξω, βγαίναμε ντυμένοι με τόσο πολλά ρούχα και τυλίγαμε τα πόδια μας με γκέτες και με προβιές που ήτανε να γελάει κανείς μαζί μας , αυτός έβγαινε με τα συνηθισμένα του ρούχα , όπως τον προηγούμενο καιρό και βάδιζε επάνω στον πάγο, ξυπόλυτος, καλλίτερα από εμάς που ήμαστε ποδεμένοι .Τόσο που οι άλλοι στρατιώτες που δεν τον ήξεραν, τον στραβοκοίταζαν, γιατί νόμιζαν ότι όλα αυτά τα κάνει επίτηδες για να τους ντροπιάζει.

Αξίζει όμως να ακούσετε και κάτι άλλο από αυτά που έκανε και τράβηξε αυτός ο τρομερά δυνατός άνθρωπος.

Κάποτε εκεί στην εκστρατεία, βυθίστηκε που λέτε σε μια μεγάλη περισυλλογή. Και στεκόταν στην ίδια θέση από την αυγή, στοχαζόμενος προφανώς πάνω σε κάποια ιδέα. Και επειδή φαίνεται δεν προόδευε ο διαλογισμός του, δεν τα παρατούσε, αλλά  στεκόταν ορθός και ακίνητος και αναζητούσε. Και ήρθε πια μεσημέρι και το αντιλήφθηκαν και οι στρατιώτες και έλεγαν με απορία ότι ο Σωκράτης από την αυγή στέκεται εκεί όρθιος και τον απασχολεί κάποιο σπουδαίο ζήτημα . Και καθώς πλησίαζε το βράδυ, μερικοί Ίωνες, έβγαλαν έξω από τις σκηνές τα στρώματα τους –‘άλλωστε ήτανε τότε καλοκαίρι και ενώ λαγοκοιμόντουσαν με τη δροσιά της νύχτας, από την άλλη τον παραφύλαγαν, να δουν που θα κατάληγε το πράγμα. Αν θα στεκόταν όρθιος δηλαδή όλη τη νύχτα. Και αυτός παράμενε στην ίδια θέση έτσι μέχρι που φώτισε και βγήκε πια ο ήλιος. Τότε προσευχήθηκε στον ήλιο και μόνο μετά από αυτό μετακινήθηκε και έφυγε.

Τώρα αναφορικά με τη στάση του κατά τις μάχες –γιατί είναι δίκαιο να του αναγνωριστεί και αυτό-όταν έγινε η μάχη για την οποία μου έδωσαν οι στρατηγοί το αριστείο ανδρείας, αυτός ήταν που πραγματικά ρίχτηκε τότε και μου έσωσε τη ζωή και κανένας άλλος. Μη θέλοντας να με εγκαταλείψει πληγωμένο. Και έσωσε και εμένα και πήρε και τα όπλα μου…

Και ακόμα θα άξιζε  σας

 Βεβαιώνω φίλοι μου, να βλέπατε το Σωκράτη, όταν ο στρατός μας νικημένος υποχωρούσε μετά τη μάχη του Δηλίου. Εγώ γύριζα πάνω στο άλογο μου, ενώ αυτός ήταν πεζός οπλίτης. Αναχωρούσε λοιπόν αυτός κανονικά μαζί με τον Λάχη ενώ γύρω του οι άλλοι υποχωρούσαν άτακτα. Και έτυχε να τους συναντήσω και μόλις τους είδα τους ενεθάρρυνα να μη φοβούνται γιατί δεν επρόκειτο να τους εγκαταλείψω. Εκεί λοιπόν είχα την ευκαιρία να θαυμάσω καλλίτερα το Σωκράτη, πατά στην Ποτίδαια . Γιατί αισθανόμουν πιο σίγουρος καθώς ήμουν έφιππος . Πρώτα-πρώτα, ήταν περισσότερο ψύχραιμος από το Λάχη. Έπειτα μου φαίνονταν ότι βάδιζε κι εκεί όπως τον περιγράφεις και εσύ Αριστοφάνη, όρθωτός αλλά και με ηρεμία επόπτευε με τη ματιά του, τόσο τους φίλους όσο και τους εχθρούς. Και έτσι από μακριά έδειχνε καθαρά στον καθένα ότι αν τολμήσει κανείς να τον πλησιάσει, εκείνος θα τον αντικρούσει με πολύ γενναίο και δυνατό τρόπο ( μάλα ερρώμενος αμύνεται) .Και με αυτόν τον τρόπο υποχωρούσαν και αυτός και ο σύντροφος του. Γιατί εκείνοι που δείχνουν τέτοια στάση στον πόλεμο , δεν τους πλησιάζουν οι εχθροί , ενώ ρίχνονται σε εκείνους που φεύγουν πανικόβλητοι.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ (Φαίδων,116)

(Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι το τελευταίο κεφάλαιο από το διάλογο του Πλάτωνα «Φαίδων». Στην πραγματικότητα είναι η αφήγηση του Φαίδωνα , προς τον Πυθαγόρειο Εχεκράτη και σε ένα κύκλο φίλων του, που περιγράφει τις διδασκαλίες και τη συμπεριφορά του Σωκράτη, μέσα στο κελί της φυλακής, την ημέρα της εκτέλεσης της θανατικής του ποινής).

Αφού είπε αυτά τα λόγια ο Σωκράτης, σηκώθηκε και πέρασε σε ένα παρακείμενο χώρο για να κάνει λουτρό. Ο Κρίτωνας τον ακολούθησε και σε μας τους άλλους είπε να περιμένουμε. Καθώς μείναμε μόνοι μας, αρχίσαμε να κάνουμε σχόλια επάνω σε εκείνα που είχαν ακουστεί από αυτούς. Και πολλά είπαμε και για τη συμφορά που μας βρήκε , γιατί είχαμε τη βεβαιότητα ότι χάναμε πια τον πατέρα μας και θα περνούσαμε το υπόλοιπο της ζωής μας σε ορφάνια.

Μετά το λουτρό του εκείνος γύρισε και ζήτησε να του φέρουν τα παιδιά του (είχε δύο μικρούς γιους και ένα μεγαλύτερο). Και μετά ήρθαν και οι γυναίκες της οικογένειας. Κουβέντιασε μαζί τους επί παρουσία του Κρίτωνα και τους έδωσε τις συμβουλές που θεώρησε ότι έπρεπε . Και μετά ζήτησε από τις γυναίκες και τα παιδιά να φύγουν και τότε ήλθε πάλι κοντά μας.

Ο ήλιος πια πλησίαζε να δύσει, γιατί ο Σωκράτης είχε μείνει μέσα στα λουτρά αρκετά. Κάθισε και ήταν πια λιγόλογος. Τότε ήλθε ο υπηρέτης των Ένδεκα (ο δήμιος) και στάθηκε δίπλα του.

Σωκράτη, είπε, εσένα δεν πρόκειται να σε κατηγορήσω για εκείνο που συνήθως με ενοχλεί από τη συμπεριφορά των άλλων μελλοθανάτων. Γιατί οργίζονται και τα βάζουν μαζί μου όταν τους καλώ να πιούν το δηλητήριο, λες και δεν ξέρουν ότι εγώ απλά εκτελώ τις διαταγές των αρχόντων μας. Απ’ εναντίας μάλιστα όλο αυτό το διάστημα που βρίσκεσαι στο κρατητήριο, σχημάτισα την εντύπωση ότι είσαι κατ΄ εξοχήν γενναιόψυχος , ο πραότερος και ο καλλίτερος άνθρωπος από όσους ποτέ έχουν έλθει εδώ μέσα. Και έτσι είμαι βέβαιος ότι δεν πρόκειται να οργιστείς με μένα, γιατί μπορείς να διακρίνεις τους πραγματικούς αίτιους που βρίσκονται πίσω από αυτά. Και τώρα ήρθα για να σε πληροφορήσω ότι πλησιάζει η ώρα . Σε αποχαιρετώ λοιπόν και προσπάθησε να υπομείνεις όσο μπορείς καλύτερα το μοιραίο.

Και με δάκρυα στα μάτια, γύρισε και πήγαινε να φύγει.

Ο Σωκράτης τότε τον κοίταξε και του απάντησε:

Και συ χαίρε! Και να είσαι βέβαιος ότι θα κάνουμε αυτά ακριβώς που μας υπέδειξες.

Και μετά όταν ‘έφυγε, στρεφόμενος σε εμάς συνέχισε:

Τι ευγενικός άνθρωπος. Όλο αυτό τον καιρό ερχόταν και καθόταν δίπλα μου και μου έκανε παρέα και μερικές φορές κουβεντιάζαμε κιόλας. Πραγματικά ξεχωριστός.Και τώρα είδατε ότι έφυγε με δάκρυα στα μάτια . Αλλά Κρίτωνα, ας ακολουθήσουμε τις συμβουλές του, αν έχει ετοιμαστεί το δηλητήριο. Και ας το φέρει εκείνος που είναι υπεύθυνος  για αυτό. Αλλιώς ας του υποδειχθεί να το τρίψει και να το παρασκευάσει.

Και ο Κρίτωνας απάντησε.

Νομίζω Σωκράτη, ότι ο ήλιος βρίσκεται ακόμα ψηλά στην κορυφή του βουνού και δεν έχει δύσει ακόμα. Και ξέρω ότι πολλοί καθυστερούν και πίνουν το δηλητήριο πολύ αργότερα από την ορισμένη ώρα. Και μάλιστα αφού μερικοί καλοφάγουν και πιούν καλά και αφού επικοινωνήσουν περισσότερο με μερικούς που θα ήθελαν. Μη βιάζεσαι λοιπόν, έχουμε καιρό ακόμα.

Και ο Σωκράτης:

Κρίτωνα είναι πολύ φυσικό να τα κάνουν όλα αυτά, εκείνοι τους οποίους αναφέρεις, γιατί νομίζουν ότι έτσι κάτι θα κερδίσουν. Εγώ όμως δεν μπορώ να κάνω τι ίδιο. Γιατί νομίζω ότι αν πιώ το δηλητήριο λίγο αργότερα από το κανονικό δεν έχω να κερδίσω τίποτα άλλο παρά να γελοιοποιηθώ απέναντι στον ίδιο μου τον εαυτό, καθώς θα δείξω τέτοια προσκόλληση στη ζωή. Θα έχω αρπαχτεί πια από αυτό που στην ουσία παύει για μένα να υπάρχει. Πήγαινε λοιπόν και κάνε εκείνο που σου είπα.

Και μετά από αυτό ο Κρίτωνας έκανε νόημα στον άλλο υπηρέτη που στεκόταν εκεί κοντά, περιμένοντας. Και εκείνος βγήκε και αφού έμεινε έξω κάμποση ώρα επανήλθε με τον άνθρωπο που επρόκειτο να δώσει το δηλητήριο, το οποίο έφερε τριμμένο μέσα σε ένα κύπελλο.

Ο Σωκράτης απευθυνόμενος σε αυτόν τον άνθρωπο του λέει:

Φίλτατε, εσύ που γνωρίζεις πια από τέτοια, για πες μου τι ακριβώς πρέπει να κάνω.

Τίποτα το ξεχωριστό, απάντησε εκείνος ,παρά μόνο αφού το πιεις να αρχίζεις να περιφέρεσαι μέχρι που να αισθανθείς βάρος στα πόδια σου. Και τότε να ξαπλώσεις . Και εκείνο θα φέρει το αποτέλεσμα του.

Και του έδωσε το κύπελλο . Και ο Σωκράτης τότε Εχεκράτη, το πήρε στα χέρια του τελείως γαλήνιος και χωρίς να τρέμει, ούτε αλλοιώθηκε στο παραμικρό το χρώμα ή τα χαρακτηριστικά του προσώπου του, αλά έχοντας εκείνο το συνηθισμένο βλέμμα του ταύρου , του υπόβλεψε και τον ρώτησε:

Τι λες. Να κάνω σπονδή, να χύσω λίγο από αυτό το ποτό προς τιμή κάποιου θεού; Επιτρέπεται ή όχι;

Τρίβουμε μόνο όσο νομίζουμε ότι είναι απαραίτητο να πιει κανείς, Σωκράτη απάντησε.

Καταλαβαίνω, είπε ο Σωκράτης . Αλλά νομίζω ότι όχι μόνο επιτρέπεται αλλά επιβάλλεται να κάνει κανείς ευχή τουλάχιστον προς τους θεούς ώστε η μετοίκηση προς τα κάτω εκεί, να γίνει με τρόπο ευνοϊκό .Αυτή λοιπόν την ευχή την κάνω και επιθυμώ να γίνει αποδεκτή.

Και λέγοντας αυτά, ‘ήπιε το δηλητήριο μέχρι τέλους με ευκολία και χωρίς καμία δυσανασχέτηση.

Και οι περισσότεροι από εμάς μέχρι εκείνη τη στιγμή, μπορέσαμε κάπως να συγκρατήσουμε τα δάκρυα μας. Όταν όμως τον είδαμε να πίνει το δηλητήριο και μόλις το απόσωσε, μας ήταν πια αδύνατο . Εγώ ο ίδιος όση προσπάθεια και αν έκανα , δεν άντεξα και άρχισαν από τα μάτια μου να τρέχουν τα δάκρυα ποτάμι. Σκέπασα το πρόσωπο μου και έκλαιγα φυσικά τον εαυτό μου, καθώς έχανα ένα τέτοιο σύντροφο.

Και πριν από μένα και ο Κρίτωνας καθώς δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τα δάκρυα του σηκώθηκε να φύγει. Ο Απολλόδωρος πριν από μας είχε ξεσπάσει και αυτός σε λυγμούς από πόνο και αγανάκτηση.

Και έτσι όλοι οι παρόντες είμαστε συντετριμμένοι, εκτός φυσικά από τον ίδιο το Σωκράτη.

Και εκείνος:

Τι είναι αυτά που κάνετε ω! θαυμάσιοι άνθρωποι. Εγώ εδίωξα ακριβώς για αυτό το λόγο τις γυναίκες για να μην κάνουν τέτοια απαράδεκτα. Γιατί έχω ακούσει ότι πρέπει κανείς μακάρια να πεθάνει. Ησυχάστε λοιπόν και κάνετε υπομονή.

Και εμείς ντροπιασμένοι συγκρατήσαμε πια τα δάκρυα μας.

Ο Σωκράτης περιφερόταν στο κελί, μέχρις ότου τα πόδια του βάρυναν. Τότε ξαπλώθηκε σε ύπτια στάση , όπως τον είχε συμβουλεύσει ο άνθρωπος. Ο οποίος τώρα πίεζε κάθε τόσο τα πόδια και τα σκέλη του Σωκράτη. Στο τέλος τον πίεσε δυνατά στο πόδι και τον ρώτησε αν το αισθάνθηκε .

Και εκείνος είπε, όχι , δεν το αισθάνομαι .

Μετά του πίεσε τις κνήμες και μας βεβαίωσε ότι το πάγωμα ανέβαινε και μας έδειξαν ότι άρχισαν να μη λυγίζουν πλέον τα γόνατα  .

Και συνέχισε να τον εξετάζει με την αφή , και είπε ότι όταν τα πάγωμα φτάσει μέχρι την καρδιά του , θα έχει τελειώσει. Τότε όταν άρχισαν να παγώνουν σχεδόν τα μέρη του υπογαστρίου , ο Σωκράτης ξεσκεπάστηκε , γιατί είχε καλύψει το πρόσωπο του  και είπε αυτά τα τελευταία του λόγια:

Κρίτωνα, στον Ασκληπιό οφείλουμε έναν αλέκτορα. Ξεπλήρωσε λοιπόν αυτό το χρέος μου και μην το αμελήσεις σε παρακαλώ.

Αυτό είπε ο Κρίτωνας θα γίνει οπωσδήποτε , αλλά σκέψου μήπως θέλεις και κάτι άλλο.

Αλλά στην ερώτηση αυτή του Κρίτωνα , εκείνος δεν απάντησε. Απλά μετά από λίγο κάπως κινήθηκε . Και ο άνθρωπος τον ξεσκέπασε. Και αυτός είχε τώρα τα μάτια παγωμένα . Όταν τα είδε αυτό ο Κρίτωνας πήγε και του έκλεισε το στόμα και τα μάτια.

Αυτό ήταν Εχεκράτη το τέλος του συντρόφου μας, ενός άνδρα για τον οποίο μπορούμε να πούμε ότι ήταν ο καλλίτερος από όλους όσους γνωρίσαμε ποτέ και μαζί ο σοφότερος και ο δικαιότερος.