Τα Bουδιστικά ράσα

 

Kalachakra

 

 Τα βουδιστικά ράσα είναι μέρος μιας παράδοσης που πηγαίνει πίσω στην εποχή του ιστορικού Βούδα, 25 αιώνες πίσω. Ο πρώτοι μοναχοί φορούσαν ράσα  ραμμένα από κουρέλια όπως πράττανε και διάφοροι επαίτες άγιοι στην Ινδία της τότε εποχής. Καθώς μεγάλωνε αυτή η περιπλανώμενη ομάδα ασκητών, ο Βούδας αποφάσισε ότι κάποιοι κανόνες ήταν απαραίτητοι για την ενδυμασία, και αυτοί καταγράφηκαν στη Βινάγια (Vinaya-Pitaka), Μοναστηριακό κανόνα ή Τριπιτάκα).

Ο Βούδας δίδαξε στους πρωτιά μοναχούς ότι να παρασκευάσουν τα ράσα τους από καθαρά ύφασμα, δηλ αυτό που ήταν ανεπιθύμητο από όλους. Τα καθαρά είδη αποτελούσαν ράσα που τα είχε μασουλήσει ποντικός, καψαλισμένα  από τη φωτιά,   από γέννα ή αίμα περιόδου, ή είχαν χρησιμοποιηθεί για να τυλίξουν τους νεκρούς πριν την πυρρά. Όποιο μέρος του υφάσματος δεν ήταν για να χρησιμοποίει αφαιρούσαν αμέσως, και το ύφασμα πλενόταν. Εν συνέχεια το έβαφαν με φυτικές ίνες, βολβούς, εκχύλισμα φλοιού δέντρου,  άνθη, φύλλα και καρυκεύματα όπως το τουμέρικ,  ή το σαφρόν, που του έδινε το κίτρινο-πορτοκαλί χρώμα.

Αυτή είναι η προέλευση του ράσου με το «σαφρόν χρώμα». Οι μοναχοί της Τεραβάδα την Ν.Α. Ασία ακόμα φορούν ράσα χρωματισμένα από  καρυκεύματα, στις αποχρώσεις του κάρυ, κύμινου και πάπρικας ή και έντονο πορτοκαλί σαφρόν. Το σαφρόν χρώμα παλαιοτέρα το φορούσαν οι εγκληματίες, αλλά μεταλλάχθηκε στο να συμβολίζει την ταπεινότητα  και την αποστασιοποίηση από την υλιστική κοινωνία. ήμερα πλέον αυτά τα υφάσματα δεν χρησιμοποιούνται, αλλά προέρχονται από δωρεές ή αγορές.

Οι τριπλές και πενταπλές ρόμπες

Τα σημερινά ράσα που χρησιμοποιούνται στην Τεραβάντα θεωρείται ότι είναι απαράλλακτα στο σχεδιασμό εδώ και 25 αιώνες. Το ράσο αποτελείται από τρία μέρη:

Το κομμάτι ουταρασάνγκα (uttarasanga)  είναι το βασικότερο μέρος του ράσου. Μερικές φορές αποκαλείται και κασάγια (kashaya). Είναι ένα μεγάλο παραλληλόγραμμο 6 επί 9 πόδια (2 επί 3 μέτρα), που το τυλίγουν για να καλύψουν και τους δυο ώμους. Αλλά συνήθως σκεπάζουν τον αριστερό ωμό, και αφήνουν τον δεξί ώμο ξεσκέπαστο.

Το  ανταραβασάκα (antaravasaka)  φοριέται κάτω από το ουταρασάνγκα. Το τυλίγουν γύρω από το σώμα σαν σάρονγκ, το οποίο καλύπτει το σώμα από τη μέση μέχρι τα γόνατα. Το δένουν στη μέση με μια μικρή απλή ζώνη.

Το   σαγκάτι (sanghati) είναι ένα επιπλέον ράσο που μπορεί να τυλιχθεί στο πάνω μέρος του σώματος για περισσότερη δροσιά. Όταν δεν το χρησιμοποιούν το διπλώνουν και το κρεμούν από τον ώμο.

Οι γυναίκες μονάχες 

Τα γυναικεία ράσα αποτελούνται από τ’ ανωτέρω τρία ενδύματα συν άλλα δυο, δημιουργώντας το πενταπλό κάλυμμα. Οι μονάχες φοράνε ένα «κορμάκι» το σαμκατσίκα (samkacchika), κάτω από το ουτερασάγκα, και κάτω από το, ένα ύφασμα για πλύσιμο, το ουντακασατίκα (udakasatika). Σήμερα οι Τεραβάντα (Χιναγίανα)  μονάχες φοράνε απαλότερα χρώματα λευκό ή ροζ αντί για τα έντονα χρώματα από καρυκεύματα. Πάραυτα οι μονάχες με πλήρους όρκους δεν είναι πολλές.

Το μοτίβο με τους ορυζώνες (rice paddy pattern)

Σύμφωνα με την Βινάγια-Πιτάκα, ο Βούδας ζήτησε από τον Ανάντα, έναν βασικό ακόλουθό του, να  σχεδιάσει ένα μοτίβο με ορυζώνες για τα ράσα. Ο Ανάντα  έραψε ροδέλες από ύφασμα που αναπαριστούν τους ορυζώνες σε ένα μοτίβο, όπου αυτά διαχωρίζονται από λεπτότερες λωρίδες, που αναπαριστούν τα μονοπάτια ανάμεσα στους ορυζώνες.

Ακόμα μέχρι σήμερα πολλά από τα  ενδύματα που φοράνε οι μοναχοί χρησιμοποιούν λωρίδες που ράβονται με αυτό τον παραδοσιακό τρόπο, συνήθως ένα μοτίβο με πέντε λωρίδες ή και μερικές φορές επτά ή εννέα λωρίδες. Στην παράδοση του Ζεν το μοτίβο αυτό αναπαριστά «το επίπεδο των μη μορφών της ευεργεσίας». Το μοτίβο αυτό μπορεί επίσης να ειδωθεί ως και μια μάνταλα όπου αναπαριστά τον κόσμο.

Τα ράσα στις Βόρειες χώρες Κίνα, Ιαπωνία και Κορέα

Ο Βουδισμός διαδόθηκε τον 1ο αιώνα μ.Χ. στην Κίνα και βρέθηκε σε δύσκολη θέση αναφορικά με την τοπική κουλτούρα. Στην Ινδία η έκθεση του ενός ωμού ήταν σημάδι σεβασμού. Κάτι τέτοιο δεν ίσχυε στην Κίνα. Στην Κινέζικη κουλτούρα είναι δείγμα σεβασμού να καλύπτεται το σώμα, συμπεριλαμβανομένων των χεριών και των ώμων. Επιπλέον στην Κίνα ο καιρός ένια ψυχρότερος από την Ινδία και τα παραδοσιακά τριπλά ράσα δεν παρέχουν αρκετή ζεστασιά.

Με μια μικρή αιρετική πρωτοβουλία, οι κινέζοι μοναχοί άρχισαν να φοράνε μια μακριά ρόμπα με μανίκια, η οποία έδενε μπροστά, παρόμοια με τα ράσα των Ταοϊστών μοναχών. Στη συνεχεία το κασάγια το τυλίγανε πάνω από τη ρόμπα με τα μανίκια. Τα χρώματα κατέληξαν να είναι πιο απαλά, αν και το έντονο κίτρινο – ένα ευοίωνο χρώμα για την κινέζικη κουλτούρα είναι κοινό.

Επιπλέον στην Ιαπωνία, οι μοναχοί έπαψαν να εξαρτώνται από την ελεημοσύνη και συχνά ζούσαν σε μοναστηριακές κοινότητες και ήταν αυτάρκεις κατά το δυνατόν. Επειδή οι κινέζοι μοναχοί περνούσαν μεγάλο μέρος της μέρας τους κάνοντας σπιτικές και γεωργικές εργασίες η χρήση του κασάγια όλη την ώρα δεν ήταν πρακτική. Αντιθέτως το χρησιμοποίησαν μόνο για διαλογισμό και παρακολούθηση τελετών. Τελικά κατέληξαν οι κινέζοι μοναχοί να φορούν ένα ανοιχτό φόρεμα, κάτι σαν παλαιές κυλόττες, η φαρδιά παντελόνια για την καθημερινή χρήση.

Η κινεζική αυτή πρακτική ισχύει ακόμα και σήμερα στην Κίνα, την Ιαπωνία και την Κορέα. Τα ράσα με μανίκια έρχονται σε διάφορες παραλλαγές και υπάρχει μια μεγάλη πληθώρα από ταινίες, κάπες, όμπι (κορσέλες), εσάρπες και άλλα συνοδευτικά ενδύματα σ’ αυτές τις χώρες που ισχύει η παράδοση της Μαχαγιάνα. Σε τελετουργικές περιπτώσεις οι μοναχοί, οι ιερείς και πολλές φόρες οι μοναχές των διαφόρων σχολών, φοράν ένα εσωτερικό ράσο με μανίκια, συνήθως σε γκρι ή λευκό. Μετά φοράνε  ένα εξωτερικό ράσο με μανίκια το οποίο δένεται μπροστά ή τυλίγεται σαν κιμονό, και το κασάγια το τυλίγουν πάνω από την εξωτερικό ράσο. Στην Ιάπωνα και την Κορέα το εξωτερικό ράσο με μανίκια είναι συνήθως μαύρο, καφέ ή γκρι και το κασάγια είναι μαύρο, καφέ ή χρυσό, αλλά με πολλές εξαιρέσεις.

Τα ράσα στο Θιβέτ

Οι Θιβετιανοί μοναχοί και μονάχες έχουν μια πολύ μεγάλη πληθώρα ράσων, καπέλων και μπερτών αλλά τα βασικά ράσα αποτελούνται από τρία βασικά μέρη:

Το ντόνκα (dhonka) είναι στενό πουκάμισο με κομμένα μανίκια. Έχει χρώμα μαρούν (καφέ καστανί) ή μαρούν και κίτρινο με μπλε σιρίτια.

Το σέμνταπ (shemdap) είναι ένα μαρούν πουκάμισο με μπαλωμένο ύφασμα και πολλαπλές πιέτες.

Το τσογκιού (chogyu) είναι κάτι σαν το σανγκάτι, ένα τυλιχτό ύφασμα από λωρίδες για το πάνω σώμα, αλλά και πολλές φόρες το κρεμούν στον ώμο όπως τη ρόμπα κασάγια. Έχει κίτρινο χρώμα και φοριέται για συγκεκριμένες τελετές και διδασκαλίες.

Το ζεν (zhen) είναι παρόμοιο με το τσογκιού, αλλά σε χρώμα μαρούν, και είναι για καθημερινές εργασίες.

Το νάμτζαρ (namjar) είναι μεγαλύτερο από το τσογκιού, αλλά με περισσότερα κομμάτια (patches), με κίτρινο χρώμα και συχνά από μετάξι. Είναι για περιπτώσεις με επίσημες τελετουργίες και φοριέται στο στυλ του κασάγια, αφήνοντας τον δεξί ώμο γυμνό.

Τα βουδιστικά ράσα είναι ένα πολύ εύχρηστο ρούχο. Περά από την ένδυση χρησιμοποιούνται σαν κουβέρτα, σαν κάθισμα, τραπεζομάντηλο, κάλυμμα κεφαλιού, προστασία από τον άνεμο κλπ. Είναι ρούχα εύκολα στο πλύσιμο και το μπάλωμα, και ίσως το παλαιότερο είδος ρουχισμού στον κόσμο.

Τα ράσα δεν λειτουργούν απλά ως υπενθύμιση του ανήκειν σε μια μεγαλύτερη παγκόσμια κοινότητα, αλλά από μόνα τους εκφράζουν ένα ένδυμα για «την προστασία από το ψύχος, τη ζέστη, το άγγιγμα από τα έντομα, τον άνεμο, τον ήλιο και τα ερπετά, για να κρατήσουν κάποιο  αξιοπρεπή». Πάνω από όλα λειτουργούν ως υπενθύμιση ότι ο μοναχός έχει δεσμευτεί σε υψηλά πνευματικά ιδεώδη, να κατακτήσει το Ντάρμα και να οδηγήσει εαυτόν και άλλους στο Μονοπάτι.

Πηγές:

http://buddhism.about.com/od/thefirstbuddhists/a/robes.htm

http://www.buddhanet.net/e-learning/buddhistworld/robe_txt.htm