Προσωρινός Αποχωρισμός και Χαιρετισμός προς τον Κωνσταντίνο Κουτρούλη

 

Με το Λευκό ΟΜ !, το οποίο εκφράζει το καθαρτικό στοιχείο του Ύδατος, αρχίσαμε μαζί σκόπιμα και αναγκαία τους ραντισμούς και τους ιριδισμούς μας:

Μαζί αδελφέ εκείνη τη φορά ανεβήκαμε, όχι πάνω στα μαρμαρένια αλώνια, αλλά στα πέτρινα. Και από αυτά τα Πετράλωνα, μετά το πλούσιο αλώνισμα της σοδειάς, αφού την πλύναμε και την προσφέραμε, αγναντέψαμε πίσω και μπροστά μαζί το χρόνο. Αντικρίσαμε απέναντι το ναό της Αφαίας, που είναι η δική σου θεά, από την εποχή ακόμα των Απαρχών. Παρθένος και πάνοπλη. Με την οποία περπάτησε αδελφικά και ισότιμα, η δική μου προστάτιδα, αυτή που κατοικεί στο Αρκαδικό όρος, το Αρτεμίσιο. Για ενδυνάμωση φυσικά αμφοτέρων μας. Και πέρα από αυτό τον ναό, προσβλέψαμε στον πέτρινο επίσης ναό του Επικούρειου Απόλλωνα. Που ανήκει αυτός στους πολλούς και καλούς. Και τα υποβάλλαμε όλα αυτά τα ένθεα στηρίγματα, όσο ήτανε δυνατό βέβαια, στην άλλη κάθαρση, εκείνη του εξαγνισμού του μολυσμένου πνεύματος. Για να αναδυθούν από τη λησμονιά και την παραποίηση αυτής της ισχνής εποχής, αξίες και προσόντα. Και να λάμψουν προς πάσα κατεύθυνση. Με στοργή φυσικά και κατανόηση. Μετά από αυτά είναι που πήραμε πορεία προς την οδό Θεσσαλονίκης. Όπου και εγκατασταθήκαμε εκεί για χρόνια. Τελετουργοί και μαζί ακόλουθοι, όμως κρατώντας πάντα κλειστά για τους αμύητους, τα θεσμοφόρια.

Με το Κόκκινο Α !, το οποίο εκφράζει το στοιχείο του Πυρός, είναι που συνεχίσαμε αδερφέ.

Μαζί πάλι έτσι με της καρδιάς το πύρωμα, ήπιαμε κούπες κατακόκκινο κρασί στην οδό Σκουφά, μπροστά από το Φίλιον, δίπλα ακριβώς από τον Άγιο Διονύσιο. Που όμως εμείς ξέραμε ότι πρόκειται για τον άλλο, τον αποκαλούμενο τάχα (Ψευδο) Διονύσιο, τον αληθινό, εκείνον που άσκησε την αποφατική θεολογία, για να μπορούμε να γυρίζουμε τα ιερά κείμενα με σεβασμό από την ανάποδη, μήπως και βγάλουμε επί τέλους από αυτά, κανένα απλό συμπέρασμα ή άκρη. Και στοχαστήκαμε πάνω σε μια και μόνο φράση του: «Το κακό δεν είναι ούτε ον, ούτε από το ον, ούτε μέσα στα όντα». Είναι δηλαδή ανύπαρκτο, συμπεράναμε αγαστά. Και διατρέχοντας πάνω από χίλια χρόνια απόσταση προς τα πίσω, θυμηθήκαμε τον Παρμενίδη από την Ελέα: «Το είναι, αγέννητο από τη φύση του, αφού είναι, δεν μπορεί πια να μην είναι». Και πολύγλωσσος καθώς υπήρξες, σκώπτοντας τη Δυτική σκέψη από σύγκριση μόνο, παράθεσες το cogito ergo sum, του Rene Descartes. Επειδή όμως και μείς γνωρίζαμε απ’ αρχής και βιώσαμε ότι είμαστε, παραμείναμε Κωστή, σε ένα στοχασμό πλέον, χωρίς έννοιες. Πάνω στην παραζάλη αυτής της εποχής της παρακμής.

Με το Γαλάζιο ΧΟΥΜ !, το οποίο εκφράζει το στοιχείο του Χώρου, απλώσαμε περαιτέρω τη συνείδησή μας.

Ανεβήκαμε απαλά και σιγά τα γνωστά μας – από πότε; – σκαλάκια. Και μετά από εκεί, μέσα από τον ελικοειδή δρόμο, μετρήσαμε τα βήματά μας μέχρι την κορυφή του λόφου του Λυκαβηττού. Μπήκαμε στο εκκλησάκι του Αγίου Γεώργιου. Για να τον καμαρώσουμε να δαμάζει το φίδι. Βγαίνοντας είχαμε μαζί μας μπαλόνια πολύχρωμα. Πάνω στα οποία είχαμε γράψει μάντρα, φράσεις δηλαδή εσωτερικής δύναμης. Με Ελληνικούς όμως χαρακτήρες. Αγναντεύοντας το τοπίο, το οποίο έχει μολυνθεί από πολυκατοικίες κουτιά, για να μη βλέπουν οι άνθρωποι τον καθαρό Αττικό ουρανό, τα απολύσαμε. Η Ίσιδα βέβαια κοντά μας, τα κατεύθυνε από απόσταση όπου έπρεπε και ο σκύλος σου από το Θιβέτ, τα γαύγιζε πρόσχαρα. Εκείνα έκαναν ανάερους κύκλους και σκορπίστηκαν, μεταφέροντας την άλλη εκείνη δόνηση του χώρου. Που υπερβαίνει τις όποιες μικρότητες και τη γενικευμένη μόλυνση. Και μετά και οι τέσσερες, πήγαμε εκεί κοντά στη Δεξαμενή. Για να μετέχουμε όλοι μάλιστα ομότιμα, πήραμε απλά μικρές πίτες.

Με το χρυσό ΤΡΑΜ !, το οποίο εκφράζει το στοιχείο της Γης, πάνω στην καρποφορία της, οδηγηθήκαμε τότε.

Κατά την εποχή του θερισμού, με μια θεόρατη Μπουίκ που οδηγούσες, φτάσαμε όλοι στο Ράριο πεδίο της Ελευσίνας, εκεί όπου για πρώτη φορά καλλιεργήθηκε ο σίτος. Προσκυνητές πάμπλουτοι σαν τον Τριπτόλεμο είμαστε, χωρίς να κατέχουμε φυσικά τίποτα. Και το αυτοκίνητο, κι’ αυτό ακόμα θεία προσφορά. Καθώς ήσουν παλιά Κωστή με άλλο όνομα αρματηλάτης του θεού Διόνυσου. Αυτός βέβαια ερχόταν όπως πάντοτε πεζός και χορευτής, αλλά εσύ του άνοιγες το δρόμο. Από τότε είναι που παράμεινες βακχικός. Σε όλα. Πρώτα επισκεφθήκαμε το Παρθένιο φρέαρ και μετά το Ιερό. Οι αρχαίοι εκεί Ιεροφάντες, δεν μας απέκρυψαν τίποτα. Γιατί αναγνώρισαν το σεβασμό μας, όχι την έρπουσα κοινή περιέργεια των τουριστών. Η περιέργειά μας όμως μία, μόνη και μόνιμη εκεί: Γιατί το τσιμεντάδικο δίπλα να μολύνει το χώρο; Δεν υπάρχει άραγε Έφορος αρχαιοτήτων σε αυτή την ιερή και πανάρχαια περιοχή; Μετά απορρίπτοντας πλέον κάθε μεμψιμοιρία σαν απρεή, επιστρέψαμε περιχαρείς και πλήρεις, στο κάποτε Κλεινόν Άστυ, ευτυχώς μέσα από την Ιερά οδό. Και αποβιβαστήκαμε κοντά στο Δίπυλο. Ήταν η πιο τέλεια και ολοκληρωμένη περιοδεία προσκυνήματος που είχαμε κάνει ποτέ.

Με το πράσινο ΠΕΤ !, το οποίο εκφράζει το στοιχείο του Αέρα, ολοκλήρωσες τον τελευταίο κύκλο των ζωών σου, Ευδαιμονικέ. Εσύ της Ανώτερης Τάξης των Μεταφραστών των ιερών κειμένων.

 Προηγούμενα όμως, επιβεβαίωσες την καλή μαθητεία που είχες αποκτήσει, πάνω στην ενδιάμεση κατάσταση μεταξύ ζωής και θανάτου. Έξη ολόκληρους μήνες παραστάθηκες στη σεβαστή σου μητέρα. Γονατιστός για ώρες ατέλειωτες δίπλα στο κρεβάτι της. Εκείνη πάνω στην κόψη της εδώ παραμονής, ακίνητη, με κλειστά τα μάτια. Κι’ εσύ να της ψιθυρίζεις μικρές κουβέντες αγάπης. Από καιρό σε καιρό, αυτή ανοιγόκλεινε απαλά και κουνούσε επιδοκιμαστικά τα βλέφαρα. Συνομιλία υπερβατική και ολοκληρωμένα περιούσια. Και έτσι όταν ήρθε η σειρά σου, ακολούθησες τις οδηγίες εκείνες του Πρίγκιπα των Σάκυας. Κατακλίθηκες απαλά στη δεξιά πλευρά, στη στάση που παραδοσιακά λέγεται εκείνη του ύπνου του λιονταριού, έκλεισες με το δάχτυλο του ανασηκωμένου αγκώνα, το δεξιό ρουθούνι και αναχώρησες. Με τη ρητή επιθυμία, η τελετή απέλευσης σου να πραγματοποιηθεί μόνο με τη Βουδιστική παράδοση. Πράγμα βέβαια, που τηρήθηκε ευλαβικά. Ώρα καλή και σε μας, Κωνσταντίνε Πορφυρογέννητε.

Του Ευστάθιου Λιακόπουλου (Kunzang Trinley Dorje T sal)

Από και Πρός

Τον Κωνσταντίνο Κουτρούλη (Lama, La, Lotsava)